ἐφαιμάσσω

ἐφαιμάσσω,
A make bloody, Orib.46.24.3, Cleopatra ap. Gal. 12.404:—[voice] Pass., Cass.Pr.57.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφαιμάσσω — ἐφαιμάσσω (Α) ματώνω, κάνω να ματώσει («ἐπί δὲ τῶν παρά τινας προφάσεις ψιλωθέντων ὀστῶν, δύναται μὲν καὶ ξύσις, ἄχρις ἄν ἐφαιμάσσηται», Ορειβ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + αἱμάσσω (< αἷμα)] …   Dictionary of Greek

  • ἐφαιμάσσεσθαι — ἐφαιμάσσω make bloody pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαιμάσσεται — ἐφαιμάσσω make bloody pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαιμάσσηται — ἐφαιμάσσω make bloody pres subj mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαιμάσσων — ἐφαιμάσσω make bloody pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαιμάξας — ἐφαιμάξᾱς , ἐφαιμάσσω make bloody aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.